Show simple item record

dc.contributor.advisorΕυθυμιάδης, Στέφανος
dc.contributor.authorΒασιλείου, Φώτης
dc.contributor.otherVasileiou, Fotis
dc.coverage.spatialΚύπροςel_GR
dc.date.accessioned2012-08-09
dc.date.accessioned2012-08-09T10:58:42Z
dc.date.available2012-08-09T10:58:42Z
dc.date.copyright2012
dc.date.issued2012-08-09
dc.identifier.isbn978-9963-695-26-3
dc.identifier.otherΔΚ-ΕΛΠ/2012/00001el_GR
dc.identifier.urihttp://hdl.handle.net/11128/378
dc.descriptionΠεριέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςel_GR
dc.description.abstractΗ οικογένεια ήταν ένας ιδιαίτερα σημαντικός θεσμός για τις μεσογειακές κοινωνίες της αρχαιότητας, καθώς αποτελούσε το βασικό κύτταρο αναπαραγωγής και τον πρωταρχικό πυρήνα κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι οι αρχαίοι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και οι Εβραίοι, παρά τις άλλες διαφορές τους, είχαν κοινές απόψεις για τον γάμο και την οικογένεια. Σύμφωνα με αυτές, ο γάμος δεν ήταν απλώς μια δυνατότητα ή ένα ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά καθήκον του πολίτη απέναντι στην πατρίδα του. Ο άνθρωπος της Ύστερης Αρχαιότητας όφειλε να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, ειδάλλως θα είχε να αντιμετωπίσει την περιφρόνηση του περίγυρου και τα εμπόδια που ορθώνονταν από το οικογενειακό δίκαιο που θέσπισε ο Αύγουστος. Η πατρική εξουσία αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο της αρχαίας οικογένειας. Ο πατέρας δικαιούνταν να επιβάλλει την άποψή του για τα τρέχοντα θέματα στα άλλα μέλη και είχε την δυνατότητα να διαμορφώσει το μέλλον των τέκνων του φροντίζοντας για την εκπαίδευσή τους, προετοιμάζοντας το έδαφος για έναν καλό γάμο κ.λ.π. Επιπλέον, σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο ο paterfamilias ασκούσε απόλυτη εξουσία πάνω στα τέκνα του ανεξαρτήτως της ηλικίας τους. Θεωρητικά η patria potestas του έδινε δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σε αυτά, αλλά κάτι τέτοιο κατά την Ύστερη Αρχαιότητα φαίνεται να αφορούσε κυρίως σε περιουσιακά ζητήματα. Επειδή όμως τα ενήλικα τέκνα δεν είχαν πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειάς τους χωρίς την άδεια του paterfamilias, μπορούσαν να δημιουργηθούν εντάσεις και να προκληθεί μεγάλη δυσφορία. Ο νόμος παρείχε βεβαίως κάποιες δικλείδες ασφαλείας, όπως το peculium, ένα περιουσιακό στοιχείο ή ένα ποσό που ο πατέρας παραχωρούσε στα τέκνα για να το διαχειρίζονται όπως επιθυμούν ή η emancipatio, νομική διαδικασία χειραφέτησης που καθιστούσε τα τέκνα sui iuris, δηλαδή ανεξάρτητα. Ωστόσο και αυτές βρίσκονταν στην διακριτική ευχέρεια του paterfamilias. Η Εκκλησία κόμισε μια διαφορετική οπτική για τον γάμο και την οικογένεια, καθώς εξαρχής τοποθέτησε στο επίκεντρο την σχέση των δύο συζύγων και όχι τον πατέρα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη του νοικοκυριού. Στην Καινή Διαθήκη δεν θεωρείται ως σκοπός του γάμου η αναπαραγωγή, αλλά η συμβίωση αυτή καθεαυτή, καθώς βοηθούσε τους δυο συζύγους να τιθασεύσουν τις σαρκικές τους ανάγκες. Επιπλέον, ο γάμος θεωρήθηκε ιερό μυστήριο, θεσμός ευλογημένος από τον Θεό, μια ένωση η οποία γίνεται για να διαρκέσει αιώνια και όχι απλώς μια νομική διαδικασία ή μια συμφωνία ανάμεσα σε δυο οικογένειες. Τέλος, το Χριστιανικό αρχέτυπο του Καλού Πατέρα, ο οποίος δεν επιβάλλει την εξουσία του, αλλά δίνει χώρο και ευκαιρία στα άλλα μέλη της οικογένειας να επιλέξουν τον δικό τους δρόμο, σε συνδυασμό με τον σημαντικό ρόλο που αναγνωρίζονταν στην μητέρα αλλά και τις γυναίκες γενικότερα στην Καινή Διαθήκη, οδήγησαν στη δημιουργία ενός νέου προτύπου οικογένειας, όπου η εξουσία του πατέρα ήταν σημαντικά μειωμένη και αντίστοιχα της μητέρας διευρυμένη. Η ανά χείρας διατριβή εξετάζει τον ρόλο του πατέρα, την εξουσία και την επιρροή του πάνω στα άλλα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και την αντίληψη που υπήρχε για την πατρότητα στη Χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας. Για να επιτευχθεί αυτό, χρησιμοποιήθηκε ένα ευρύτατο φάσμα πηγών (Μαρτύρια, Βίους αγίων, Συλλογές Θαυμάτων, επιστολές, ποιήματα, κτλ), όχι μόνο προκειμένου να σχηματίσουμε το ιστορικό πρόσωπο του πατέρα, αλλά για να κατανοήσουμε πώς αυτός παρουσιάζεται σε αυτά τα κείμενα. Επιδίωξή μας είναι να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς μετατρέπουν την πραγματικότητά τους, την κοινή εμπειρία της εποχής τους, σε λογοτεχνικό έργο το οποίο ταυτοχρόνως λειτουργεί και ως πρότυπο για τους αναγνώστες του. Το πρώτο κεφάλαιο εξετάζει τους πατεράδες που εμφανίζονται στα Μαρτύρια. Σε αυτά τα κείμενα, τα οποία στέκονται ανάμεσα στην Καινή Διαθήκη και τους Βίους των αγίων, είναι ιδιαίτερα ισχυρή η αμφισβήτηση του θεσμού της οικογένειας. Ο γάμος και η ερωτική επαφή τοποθετούνται στον αντίποδα της Χριστιανικής ζωής. Γενικά μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους πατέρα σε αυτά: τον ευσεβή Χριστιανό, όπως ο Πλακίδας/Ευστάθιος, ο οποίος προσηλύτισε την σύζυγο και τα τέκνα του στον Χριστιανισμό και στο τέλος εκτελέστηκε μαζί τους στο αμφιθέατρο σε ένα χαρακτηριστικό Χριστιανικό ευτυχές τέλος. Η κύρια αγωνία εκείνου του πατέρα είναι η σωτηρία της ψυχής των μελών της οικογένειάς του, όχι κάποιο ενδιαφέρον για την ευτυχία ή την επιτυχία τους μέσα στον κόσμο. Στην αντίπερα όχθη στέκεται ο ασεβής, εθνικός πατέρας, ο οποίος καταλήγει να γίνεται ο διώκτης του ίδιου του τέκνου που είχε ασπαστεί τον Χριστιανισμό, όπως έγινε ο Πολέμιος για τον Χρύσανθο στο πρώτο μέρος του Μαρτυρίου που είναι αφιερωμένο στον τελευταίο. Οι συγκεκριμένοι πατεράδες θέλουν να ελέγχουν ακόμα και την συνείδηση των απογόνων τους. Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν τα Μαρτύρια που αναφέρονται στη σύγκρουση του εθνικού πατέρα με την χριστιανή κόρη του, δεδομένης της πολύ στενής σχέσης τους. Αν ο εθνικός πατέρας σταματούσε να καταπιέζει τον χριστιανό γιο του μόλις εκείνος ανεξαρτητοποιούνταν, η εξουσία πάνω στην κόρη σταματούσε μόνο με τον θάνατό της, για τον οποίο μάλιστα έφερε συχνά ο ίδιος έμμεση ή άμεση ευθύνη. Σε αυτές τις ιστορίες μπορούμε να διακρίνουμε και αιμομικτικά υπονοούμενα. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τον σχολιασμό της σχέσης της Περπετούας με τον πατέρα της, όπως αποτυπώνεται στο περίφημο ημερολόγιό της. Εκεί δεν συναντάμε την αγριότητα των άλλων Μαρτυρίων, παρόλα αυτά η σταδιακή ανεξαρτητοποίηση της νεαρής γυναίκας από την πατρική εξουσία, την φέρνει όλο και πιο κοντά στον θάνατο. Η προσοχή μας στο επόμενο δεύτερο κεφάλαιο στρέφεται στον πατέρα του αγίου. Εξαιτίας ίσως των καθηκόντων του, ο πατέρας στη Χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, έχει καταστεί σύμβολο της εγκόσμιας ζωής, ενώ αντιθέτως η μητέρα διατηρεί στενότερη σχέση με το μυστικιστικό, θρησκευτικό στοιχείο. Για να μπορέσει λοιπόν κανείς να ξεκινήσει το ασκητικό στάδιο θα πρέπει να απαλλαγεί από τον πατέρα του –να τον «σκοτώσει», για να χρησιμοποιήσουμε την φροϋδική ορολογία– και κατά συνέπεια να προσδεθεί στην μητέρα του. Με βάση τους Βίους των αγίων της περιόδου μελετάμε την σχέση του πατέρα με το τέκνο του από την αρχή, την σύλληψη, μέχρι το τέλος, που είναι είτε ο θάνατος του πατέρα είτε η υιοθέτηση του μοναχισμού από το τέκνο. Στις ιστορίες αυτές η μητέρα διατηρεί κυρίαρχο ρόλο, καθώς συχνά ήταν εκείνη που ωθούσε το τέκνο προς εκείνη την κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ έχει γραφτεί Βίος για τη μακαρία Μάρθα, μητέρα του αγ. Συμεών Στυλίτη του Νέου, δεν έχουμε αντίστοιχο κείμενο για τον πατέρα του ίδιου ή κάποιου άλλου αγίου. Οι συγγραφείς για να υπογραμμίσουν τη στενή σχέση ανάμεσα στους αγίους και τις μητέρες τους παρέθεταν ιστορίες της θαυματουργικής τους σύλληψης ή όνειρα και οράματα που προφήτευαν σε εκείνες το μέλλον των τέκνων τους. Οι ιστορίες αυτές αφενός μεν μειώνουν την συμβολή του πατέρα στην ανατροφή ή ακόμα και τη σύλληψη του παιδιού και αφετέρου προετοιμάζουν τον αναγνώστη για την τελική σύγκρουση του πατέρα με το τέκνο του. Εδώ βέβαια δεν αναφέρονται βιαιότητες ανάλογες με εκείνες των Μαρτυρίων, όμως η σχέση πατέρα και τέκνου κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Υπατίου, ο οποίος εγκατέλειψε τα εγκόσμια όταν ο πατέρας του χειροδίκησε εναντίον του. Παρόλα αυτά η συμβολή του πατέρα στην οικογένεια παρέμενε πολύ σημαντική, όπως δείχνουν οι δραματικές συνέπειες που είχε ο θάνατός του, ειδικά στα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα. Επιπλέον, η πατρική επιρροή μπορεί να ανιχνευτεί ακόμα και σε Βίους που δεν αναφέρουν κάτι για τον πατέρα του αγίου, όπως εκείνος του Πορφυρίου Γάζης ή του Συμεών του Σαλού. Έπειτα η μελέτη μας κατευθύνεται στον πατέρα του λαϊκού. Τα Θαύματα, το λογοτεχνικό είδος που έχει στο κέντρο της αφήγησης τον απλό άνθρωπο, μας βοηθά να διερευνήσουμε την patria potestas στην καθημερινότητα. Η μελέτη του τυπικού της ικεσία δείχνει ότι ο πατέρας κατά την περίοδο αυτή εξουσίαζε και το πρόσωπο του τέκνου του. Οι συγγραφείς όμως των συλλογών θαυμάτων επιλέγουν να παρουσιάσουν αυτή την εξουσία ως ευθύνη προς το παιδί και όχι ως έλεγχο ή επιβολή. Έτσι ένας πατέρας έπρεπε να κάνει ό,τι ήταν δυνατόν για να θεραπεύσει το τέκνο του που υπόφερε, να ξοδέψει χρόνο και χρήμα, ακόμα και να γονατίσει, να κλάψει και να παρακαλέσει, να ταπεινωθεί παρακαλώντας τον άγιο ή τα λείψανα να βοηθήσουν. Με αυτό τον τρόπο η μορφή του πατέρα κυριαρχεί στα Θαύματα, αλλά η συμπεριφορά του απέχει πολύ από το κλασικό ανδρικό πρότυπο. Το τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στους πατέρες των Καππαδοκών Πατέρων της Εκλκλησίας, τον Βασίλειο τον πρεσβύτερο και τον Γρηγόριο τον πρεσβύτερο. Ο πρώτος πέθανε όταν η πρωτότοκη κόρη του, η Μακρίνα, και οι δυο μεγαλύτεροι γιοι του ήταν έφηβοι. Η Μακρίνα «χρησιμοποίησε» κατά κάποιον τρόπο τον πατέρα της για να μπορέσει να αφοσιωθεί στον ασκητικό τρόπο ζωής που επιθυμούσε, καθώς ισχυρίστηκε ότι επιθυμία του Βασιλείου του πρεσβύτερου ήταν να παντρευτεί τον αρραβωνιαστικό της, ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει. Έτσι μπόρεσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις άλλες προτάσεις που της είχαν γίνει. Αντιθέτως, τα αγόρια της οικογένειας, με εξαίρεση τον Πέτρο, ο οποίος γεννήθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του, πριν αφιερωθούν στον μοναχικό βίο, ακολούθησαν το παράδειγμά του. Τόσο ο Βασίλειος Καισαρείας, όσο ο Ναυκράτιος και ο Γρηγόριος Νύσσης, εργάστηκαν ως ρήτορες για κάποιο διάστημα. Με άλλα λόγια, ο νεκρός paterafamilias συνέχιζε να ασκεί εξουσία πάνω στους γιους του. Στον αντίποδα, ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος πέθανε σχεδόν 100 ετών, όταν ο συνονόματος γιος του ήταν ήδη μεσήλικας. Με οδηγό κυρίως τα αυτοβιογραφικά κείμενα του Ναζιανζηνού παρακολουθούμε την μακρά σχέση τους η οποία κάθε άλλο παρά ανέφελη ήταν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο γέροντας μπορούσε να διαμορφώνει τη ζωή του γιου του μέχρι το τέλος. Και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο οποίος στα νεανικά του χρόνια επιχειρούσε με κάθε τρόπο να διαφοροποιηθεί από εκείνον, στο τέλος το μόνο που επιθυμούσε ήταν να καταλάβει την θέση του στην τοπική Εκκλησία και τη ζωή της μητέρας του και να μοιραστούν τον ίδιο τάφο, όπως ήδη μοιράζονταν το ίδιο όνομα. Η διδακτορική αυτή διατριβή δείχνει ότι κατά την Ύστερη Αρχαιότητα οι χριστιανοί συγγραφείς άντλησαν εικόνες και εκφράσεις από παλαιότερα κείμενα για να περιγράψουν τον πατέρα και τις σχέσεις του με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Η Αγία Γραφή και κυρίως οι πατεράδες που ζητούσαν από τον Ιησού να θεραπεύσει τα τέκνα τους καθώς και ο Καλός Πατέρας των παραβολών αποτέλεσαν ιδιαίτερα ισχυρή επιρροή. Επιπλέον παρατηρήσαμε ότι η εξουσία τους είναι μειωμένη σε σχέση με τους πατεράδες που απεικονίζονται στην Εθνική λογοτεχνία, καθώς πολλές από τις αρμοδιότητές τους τις έχει αναλάβει η μητέρα. Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στα κείμενα αυτά δεν κυριαρχεί ένας τύπος πατέρα, αλλά συναντάμε πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες που δεν παραπέμπουν σε κλασικά ή βιβλικά πρότυπα, αλλά εκφράζουν την προσωπική εμπειρία και αντίληψη του συγγραφέα. Η διαδικασία απομείωσης της εξουσίας του πατέρα που ξεκίνησε υπό την επίδραση του Χριστιανισμού, δεν σταμάτησε φυσικά με την λήξη αυτής της περιόδου. Παρόλα αυτά ο ρόλος του πατέρα στη ζωή των παιδιών του, αλλά και γενικότερα στην οικογένεια, παρέμενε σημαντικός και πολυδιάστατος. Σε ειδικές περιστάσεις η μητέρα μπορούσε να αντικαταστήσει τον σύζυγό της, αλλά η συμβολή του στην διαμόρφωση της προσωπικότητας των τέκνων του ήταν πολύ δύσκολο να υποκατασταθεί. Τέλος, αν και οι σχετικές αναφορές δεν είναι πολλές αριθμητικά, διαθέτουν πλούτο και βάθος. Έτσι η Χριστιανική λογοτεχνία της περιόδου αποδεικνύεται μια πολύ πλούσια πηγή τόσο για την μελέτη του ρόλου και της ταυτότητας του πατέρα και της οικογένειας εν γένει, όσο και για την διακρίβωση των τάσεων που διαμορφώνονται στην κοινωνία.el_GR
dc.format.extent377 σ. 30 εκ.el_GR
dc.languagegrel_GR
dc.language.isogrel_GR
dc.subjectΕλληνική οικογένειαel_GR
dc.subjectΡωμαϊκή οικογένειαel_GR
dc.subjectΕβραϊκή οικογένειαel_GR
dc.subjectΕλληνική Χριστιανική λογοτεχνία -- Οικογένειαel_GR
dc.titleΡόλοι και ταυτότητες του πατέρα στην Ελληνική Χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότηταςel_GR
dc.typeΜεταπτυχιακή Διατριβήel_GR
dc.description.translatedabstractFamily was a fundamental institution in ancient Mediterranean societies, as it was considered the cell of reproduction and the basic core of social organization. Despite their other differences, Greeks, Romans, and Jews shared common views on marriage and family. They considered it not just a human right, but a citizen’s duty towards their fatherland. Men and women in antiquity had to get married and have children; otherwise they had to bear the disrespect of their fellow citizens (or fellow countrymen), and to cope with the obstacles laws (e.g. Augustan law) put in inheriting or bequeathing their property. Paternal authority was the keystone of the ancient family. Fathers had the power to impose their will on the other members of their household and they were able to shape the future of their children in various ways: by taking care of the education of their sons or arranging a profitable marriage for either their daughters or sons, etc. Moreover, Roman law provided paterfamilias with almost absolute power over his descendants as long as he was alive and regardless of their age. Theoretically, patria potestas granted to him the right of life and death over them, but in Late Antiquity this right was limited to property issues only. Still it created a very restricted and oppressive environment for the descendants, as they did not have access to any family property without the paterfamilias’ permission. Of course there were some safety valves: paterfamilias could provide his children who were in potestate with a peculium, an inheritance advance which they could use at will; emancipatio was a legal procedure which severed the bonds between paterfamilias and his child, making him or her independent (sui iuris). The Christian Church introduced a different perception on marriage and family life putting the spotlight not on the father and his relations with the other members of his household, but on the relationship between the married couple. Early Christians understood that the primary goal of marriage was not to produce offspring, but the cohabitation itself, as it helped husband and wife alike to tame their carnal needs. Likewise, marriage was considered a holy sacrament, a sacred institution blessed by God, a union meant to last forever, not a legal procedure or an agreement between two families. Finally, according to the Christian archetype of the Good Father, fathers did not force their power, but gave space and allowances to the other members of their family. After their coming of age, children could choose their own way of living, in accordance with the important role that was grafted to the mother and women in general in the New Testament. This led to the creation of a new family paradigm, where father’s authority was reduced, while mother’s was more expanded. This thesis examines the role of the father, his authority and influence on the other members of his family and the perception of fatherhood in late antique Christian literature. To this end, a wide range of primary sources (Passions, Lives of Saints, Collections of Miracles, letters, poems, theological treatises, etc) have been used with the intention not to explore the historical father alone, but to inquire into how he was portrayed in these texts. This thesis’ aim is to understand how the authors transformed their reality, the common experience of their time, into a literary work of art which also served as a model for their readers to be followed or rejected. In the first chapter we concentrate on fathers in the Passions of the Christian martyrs. These texts, which stand in-between the New Testament and the Vitae of the saints, are distinguished by their strong anti-familial and pro-celibacy ideas. Marriage and sexual activity are usually considered as an antipode to Christian life. By and large, we meet two distinctive types of fathers there: the pious Christian father, like, for instance, Placidas/Eustathios who converted his wife and children to Christianity before they were all executed in the Roman amphitheatre in accordance with a typical late antique Christian happy-ending. His primary interest is the salvation, the soul of his descendants and their worldly well-being or success does not seem to be of his concern. On the other hand, we must deal with the unholy, pagan father, who becomes a tyrant and a persecutor of his own Christian child, like, for instance, Polemios towards his son Chrysanthos in the latter’s Passio. These fathers are wont to control their descendants’ conscience and beliefs. Of particular interest are the Passions which recount the relation and the conflict between a pagan father and his Christian daughter, withstanding the special bond between them. If the pagan father stopped torturing his Christian son once the latter got married and won his emancipation, the father’s prerogatives on the girls were lost only after their death, for which he was in a way responsible. In these stories we can also trace an incestuous sundercurrent. This chapter discusses especially the relationship between Perpetua and her father, as this is depicted in the famous memoir which we possess of her. Although there was nothing of the cruelty of the other Passions, her progressive emancipation brings her to death. In the next chapter our attention turns to the father of the saint. In late antique Christian literature, owing to their multiple responsibilities towards their family, fathers became a symbol of the worldly life, whereas mothers had a closer relation with the mystic, religious element. Thus, in order to start a career as a saint one had to get rid of his father, so to speak, –to ‘kill’ him, in Freudian terminology – and, as a result, to become more attached to his/her mother. In the light of several vitae of saints, we explore the relationship between a father and his child from the very beginning, the conception, to the very end, i.e., the death of the father or the adoption of a monastic lifestyle by the child. In these narrations mothers retained a dominant role, as it was they who abetted and promoted the spiritual advancement of their offspring. Regardless of the fact that a corresponding example or a father is lacking, what is recorded in the Life of Martha, St. Symeon Stylite the Younger’s mother, is indicative of this increased spiritual role of the mother. Hagiographers underscored this close relationship between the saint and his/her mother recounting stories about divine intervention in their miraculous conception or visions and dreams that foretold the future of the saint-to-be to their mothers. These stories also both reduce the father’s contribution to their children’s upbringing and prepare the reader for the final confrontation between them. Of course, we do not find in the Lives the violent conflicts we meet in the Passions, but that does not mean that the relationship between fathers and children in the former is smooth and easy. The case of Hypatios, who adopted the monastic life when his father punished him corporally, is indicative. Nevertheless, the role of the father in the well-being of his family was very important, as we can understand by the severe consequences his death had on the families of the middle and lower social strata. In addition, their influence on the children can be detected even in the vitae that tell us nothing about the father of the saint, like that of Porphyry of Gaza or of Symeon Salos’. Another issue is the father of the layman. Using the collections of miracles, the hagiographical genre in which the heroes are ordinary people, Chapter 3??? delves into the limits of the patria potestas in everyday life. Fathers indeed had the power over the person of their offspring, and this is shown in the ritual of supplication of the saint. The authors though choose to depict this power as a responsibility towards the child rather than as a control or enforcement. So, a father had to do anything possible to get his suffering child cured, to spare no expense or time, even to kneel, beg, and cry, to be humiliated as he asked a holy man or relics for their help. It is in this way that the father dominates the miracle stories, but their behavior is very different from the classic male standard. The final chapter of this thesis is devoted to the fathers of the Cappadocian Church Fathers, Basil the Elder and Gregory the Elder. Basil the Elder died when his first-born daughter, Macrina, and his older sons were in their teens. Interestingly enough, Macrina used in a way her father to accomplish her ideal lifestyle; she claimed that she could not get married because the fiancé whom Basil the Elder had chosen for her was dead. On the other hand, the boys of the family, with the exception of Peter, who was born after the death of his father, had to follow their father’s footsteps, before they felt free to adopt the life they really wanted. So Basil of Caesarea, Naucratios and Gregory of Nyssa, all practiced rhetoric for a while. In other words, the dead paterfamilias had still exerted authority over their sons. On the contrary, Gregory the elder died almost 100 years old, when his son, who bore the same name, was a middle-aged man himself. In this section we follow their long relationship, which was not a peaceful one. Notably, the old man was intent on forming his son’s life till the very end. And Gregory of Nazianzus, who as a young man tried to differentiate his career from his father’s by all means, at the end was compromised; he only desired to take his father’s place in the local church and in the life of his mother, and finally to share a tomb, as they, father and mother, already shared a name. This study shows that Christian authors often used images and expressions from earlier literary exemplars. The Bible and especially the fathers, who asked Jesus to perform a miracle for their suffering child, as well as the Good Father of the Parables, were strong influences on them. Moreover, we found out that fathers in these texts have reduced power over their children than those in pagan literature, as many of their responsibilities were undertaken by their wives. Finally, we should underscore that we did not meet a dominant type of father in late antique Christian literature, but many different cases with distinctive features that do not correspond to classical or biblical standards. We can assume that in these cases the author described his own experience or knowledge. A process of decreasing the paternal power started in Late Antiquity under the influence of the Christian Church that did not finish at the end of the period; it continued and flourished in the modern era. Nevertheless, the father’s role remained significant in the life of his descendants and generally in his family. He still had to provide and protect his dependants and take care of them. Mothers could replace their husbands on special occasions, but they could not substitute his influence in the formation of their children’s character. Finally, the references are not many, but they are rich and multi-dimensional. Thus, Christian literature proved to be a rich source for the study of the role and the identity of the father and family relation; it reveals the everyday study as well as the trends of the society.en
dc.format.typepdfel_GR


Files in this item

Thumbnail

This item appears in the following Collection(s)

Show simple item record