Ομόλογα έργου
Abstract
Παραδοσιακά, οι εμπορικές τράπεζες παρείχαν χρηματοδοτήσεις για έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας. Ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι χρηματοδότες των έργων υποδομής είχαν πρόσβαση στις αγορές ομολόγων προκειμένου να ενισχυθεί ο κατασκευαστικός κλάδος. Η αγορά της χρηματοδότησης των έργων υποδομής έχει περάσει από μια διαδικασία ριζικών μετασχηματισμών, αρχής γενομένης από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Διαφορετικοί λόγοι όπως το συνεχώς μεταβαλλόμενο μακροοικονομικό περιβάλλον, η επιβολή αυστηρών κανονισμών από τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και η συνεχής όρεξη για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, έχουν οδηγήσει σε ανακατανομή των ροών από τον τραπεζικό τομέα και σε αναζήτηση άλλων τύπων χρηματοδοτήσεων. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση έχει περιορίσει τις επιλογές για τη χρηματοδότηση των έργων υποδομής τα οποία λόγω των συνθηκών έχουν μετατραπεί σε επενδύσεις δευτερεύουσας σημασίας.
Έτσι η γέννηση της αγοράς ομολόγων έργου ήταν μία ευκαιρία για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Κατά τα τελευταία 20 χρόνια, οι κεφαλαιακές αγορές έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση πολλαπλών τύπων, από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα περιουσιακά στοιχεία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι και τα έργα υποδομής, τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες αγορές. Μία μορφή χρηματοδότησης που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ανοδική τάση είναι τα ομόλογα έργου, τα οποία σε περιόδους οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης φαίνεται να αποτελούν μία χρηματοπιστωτική καινοτομία καθώς πρόκειται για ομόλογα που εκδίδονται από τον ανάδοχο έργου και απευθύνονται σε επενδυτές που επιθυμούν να συμμετάσχουν χρηματοδοτικά στο συγκεκριμένο έργο υποδομής.
Σε μία προσπάθεια ανάπτυξης του συγκεκριμένου χρηματοδοτικού εργαλείου το Ελληνικό Χρηματιστήριο αλλά και η PwC έχουν μελετήσει διεθνείς πρακτικές για την οικοδόμηση και την διαμόρφωση μιας τέτοιας αγοράς στην χώρα μας, προκειμένου οι επενδυτές να την βρίσκουν ελκυστική. Η χρηματοδότηση των έργων υποδομής μέσω της εναλλακτικής αγοράς, αυτής των ομολόγων, η οποία την παρούσα χρονική στιγμή είναι μία λύση περιορισμένης εμβέλειας, καθιστά την επέκτασή της με ταχείς ρυθμούς επιτακτική. Αυτό που απομένει λοιπόν είναι να αποδειχθεί τελικά και στην πράξη εάν θα αντικατασταθεί πλήρως ή και μερικώς η τραπεζική αγορά καθώς και η χρηματοδότηση από αυτήν.